Φλεγμονές του γεννητικού συστήματος στη νεαρή ηλικία - Ε. Δεληγεώρογλου, Ε. Χασάν : | 16/3/2009 10:44:40 πμ

<< Επιστροφή



Φλεγμονές του γεννητικού συστήματος στην νεαρή ηλικία

Εισαγωγή
Οι φλεγμονές του γεννητικού συστήματος στη νεαρή ηλικία εντοπίζονται κυρίως στο αιδοίο, στον κόλπο και σε πολύ μικρότερη συχνότητα στις σά-λπιγγες. Εξαρτώνται από τα επίπεδα των οιστρο-γόνων, την ύπαρξη ή όχι εμμήνου ρύσεως και τέλος από τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών όταν υπάρχουν, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αντισυλ-ληπτικές μέθοδοι.
Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στις φλεγμονές του αιδοίου και του κόλπου στο νεαρό κορίτσι στην ηλικία πριν την εμμηναρχή, οι οποίες μελετώνται με τον όρο αιδοιοκολπίτιδες και που αναλύονται στην συνέχεια.
Η γνώση της φυσιολογίας και της ανατομίας του κόλπου στο κορίτσι έχει μεγάλη σημασία στη διάγνω-ση και αντιμετώπιση των αιδοιοκολπιτίδων στην ηλικία αυτή. Ο κόλπος (επιθήλιο) του νεογέννητου κοριτσιού είναι παχύς, λόγω της επίδρασης των οιστρογόνων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και διαφέρει από αυτό των ενηλίκων μόνο στο ότι δεν έχει επιπολής στιβάδα. Το αιδοίο του νεογνού είναι αναπτυγμένο και γενικά το δέρμα του είναι παχύ και ελαστικό λόγω επίσης της ενδομήτριας δράσης των οιστρογόνων.
Το pH του κόλπου του νεογνού είναι 5.7 την πρώτη ημέρα, 5.6 τη δεύτερη, 4.9 την τρίτη και 4.8 την τέ-ταρτη ημέρα. Με την πάροδο του χρόνου γίνεται αλκαλικό και σε 2-6 εβδομάδες σταθεροποιείται στο 7.0-7.5 έως και 8.0, ενώ παραμένει στα επίπεδα αυτά μέχρι την ήβη. Κατά την ήβη, με την έναρξη της εμμήνου ρύσεως, το pH ελαττώνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, (3.5-4.5). Στη συνέχεια η τιμή κυμαίνεται ανάλογα με το στάδιο της εμμήνου ρύσεως (1-4)
Καλλιέργειες του κολπικού υγρού στο νεογνό έδειξαν, ότι στις 12 πρώτες ώρες το κολπικό υγρό εί-ναι στείρο μικροβίων. Μετά την πάροδο 24 ωρών ανά-λογες καλλιέργειες έδειξαν την παρουσία ορισμένων μικροβίων και μετά από 48 ώρες διαπιστώθηκε η παρουσία βακίλων Doderlein. Οι γαλακτοβάκιλλοι Doderlein προκαλούν την οξύτητα στον κόλπο. Στις πρώ-τες 48 ώρες η οξύτητα του pH του κόλπου οφείλεται επίσης και στο ένζυμο γλυκογενάση, το οποίο μετατρέπει το γλυκογόνο σε γλυκόζη. Η παρουσία των λευκοκυττάρων διαπιστώθηκε στο κολπικό υγρό λίγες ημέρες μετά τον τοκετό σε διάφορη πυκνότητα και αριθμό (4-6).
Κάθε σημαντική μεταβολή στη φυσιολογία του κόλπου προδιαθέτει σε συμπτωματική αύξηση της κολπικής εκκρίσεως, που είναι αποτέλεσμα της μετα-βολής της χλωρίδας του κόλπου. Οι Fraenkel και Papanicolaou (1937) ήταν οι πρώτοι, που επεσήμαναν τις αλλαγές στα αποφολιδωμένα κύτταρα του κόλπου του νεογέννητου κοριτσιού και στην εμμηνόπαυση. Οι συγγραφείς παρατήρησαν, ότι μετά από την πρώτη εβδομάδα τα αποφολιδωμένα κύτταρα ήταν συμπαγή στρογγυλά ή ωοειδή και έμοιαζαν με αυτά της κλιμακτηρίου, που χαρακτηρίζουν την αρχή ατροφίας του κόλπου. Μετά από 15 ημέρες βρήκαν άτυπα ή μεταβατικά κύτταρα του κολπικού βλεννογόνου και ότι η παραβασική στιβάδα ήταν το χαρακτηριστικό των μισών περιπτώσεων που εξέτασαν (3,6,7).
Η παρουσία του γλυκογόνου στον κόλπο διαφέρει στη νεογνική, προεφηβική και εφηβική ηλικία. Η παρουσία ή όχι του γλυκογόνου στον κόλπο έχει άμεση σχέση με τις αλλαγές του κολπικού pH. Το γλυκογόνο ευρίσκεται στα κολπικά κύτταρα και απελευθερώνεται κατά την απόπτωσή τους. Επειδή η απόπτωση των κολπικών κυττάρων επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις της έκκρισης οιστρογόνων, αντίστοιχες διακυμάνσεις υφίσταται και η πυκνότητα του κολπικού γλυκογόνου. Συγκεκριμένα είναι σημαντική κατά την γέννηση, μεγίστη κατά την ωοθυλακιορρηξία και ελαχίστη κατά την παιδική ηλι-κία, καθώς και μετά την εμμηνόπαυση (5,8,9).
Υπάρχουν πολλοί οργανισμοί που ενδημούν στη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου, όπως staphylococcus epidermidis, diphtheroids, οι γαλακτο-βάκιλλοι και αναερόβιοι, όπως τα Bacteroides. Οι μύκητες του γένους candida είναι το συχνότερο αίτιο λοίμωξης του γεννητικού συστήματος στην παιδική και εφηβική ηλικία και γενικά στις γυναίκες. Οι μύκητες candida albicans είναι ο συχνότερος από όλα τα είδη μυκήτων, που συμβιώνει με τον άν-θρωπο, συχνά μάλιστα απομονώνεται από το στόμα και το παχύ έντερο υγιών ατόμων (10-13).
Η gardnerella vaginalis ενδημεί συνήθως στον κόλπο και σπάνια προκαλεί αιδοιοκολπίτιδα στην παιδική και εφηβική ηλικία, όπως προκαλεί πολύ συχνά στις ενήλικες. Ευρίσκεται συχνά στις γυναί-κες με μεγάλη σεξουαλική δραστηριότητα, σε γυναί-κες με πολλούς συντρόφους, σε γυναίκες με άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και στις χαμη-λές κοινωνικοοικονομικές τάξεις. Από τη βιβλιο-γραφία φαίνεται ότι η gardnerella vaginalis είναι δυνητικά παθογόνο μικρόβιο, γιατί έχει βρεθεί και στα αιδοιοκολπικά επιχρίσματα υγιών παιδιών, ηλικίας 2 μηνών έως 15 χρονών, χωρίς συμπτώματα αιδοιοκολπίτιδος (7,14,15,16).
Η τριχομονάδωση είναι και αυτή σχετικά σπάνια σε κορίτσια πριν από την ήβη. Η συχνότητα της τριχομοναδικής αιδοιοκολπίτιδος στα μικρά κορίτσια υπολογίζεται σε 3% περίπου και αυξάνεται παράλ-ληλα με την αύξηση της έκκρισης οιστρογόνων. Τα κορίτσια των μητέρων με τριχομονάδες αποικίζονται σε ποσοστό 2.5-5.0%. Η τριχομονάδα γενικά προ-τιμά τον κόλπο με οιστρογονική επίδραση. Συνήθως μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή και σπάνια με άμεση επαφή (πισίνες, κ.λπ.). Ο χρόνος επωάσεως είναι 4-30 ημέρες. Η trichomonas vaginalis ενδημεί συχνά στον κόλπο ενώ η trichomonas hominis στο έντερο.
Η chlamydia trachomatis δεν αποτελεί συχνό αίτιο αιδοιοκολπιτίδων παιδικής, προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας. Τα νεογνά συνήθως μολύνονται από τις μητέρες τους κατά την διάρκεια του κολπι-κού τοκετού. Πολλοί δεν δέχονται ότι η chlamydia trachomatis προκαλεί κολπίτιδα σε ατροφικό κολπικό επιθήλιο (17,18). Το μυκόπλασμα αποτελεί όχι σπάνιο αίτιο αιδοιοκολπιτίδων στην παιδική και προεφηβική ηλικία, ορισμένοι δε το συνδυάζουν με την σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών. Το ξένο σώμα ανευρίσκεται σε συχνότητα 2-5% περίπου των κοριτσιών παιδικής ηλικίας με αιδοικολπίτιδα και συνήθως πρόκειται για τεμάχια χαρτιού ή υφάσματος. Η παρουσία ξένου σώματος στον κόλπο εκδηλώνεται συνήθως με δύσοσμη κολπική υπερέκ-κριση και σταγονοειδή αιμόρροια. Χαρακτηριστικό της υπερεκκρίσεως είναι ότι χρονολογείται από αρκετό καιρό και δεν υποχωρεί με τα αντιβιοτικά. Ο haemophilus influenzae μπορεί να βρεθεί φυσιο-λογικά στο ουροποιογεννητικό σύστημα της γυναίκας. Οι φλεγμονές από haemophilus influenzae είναι ασυνήθεις στην παιδική ηλικία και σπάνια προκαλεί κολπίτιδα (12,13,16,19,20). Σε πολλές τέλος περιπτώσεις οι αιδοιοκολπίτιδες συνυπάρχουν ή είναι επακόλουθα μιας άλλης φλεγμονής, όπως η ωτίτιδα, βρογχίτιδα και αδενίτιδα. Η αιδοιίτιδα μπορεί να προκαλέσει σύμμυση των μικρών χειλέων του αιδοίου. Η σύμμυση μικρών χειλέων είναι συχνότερη στην ηλικία των 2-6 ετών και πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από την απλασία ή αγενεσία κόλπου και την ατρησία του παρθενικού υμένος.

Συμπτωματολογία
Η μορφή με την οποία εμφανίζονται οι αιδοιο-κολπίτιδες, οξεία ή υποτροπιάζουσα, έχει άμεση συσχέτιση με την κλινική συμπτωματολογία, όπως εμφαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Π ί ν α κ α ς 1
Κλινική συμπτωματολογία
Κολπική Υπερέκκριση
α) Ορώδης
β) Βλεννώδης
γ) Οροαιματηρή
Ερύθημα
Κνησμός
Δυσουρία
Ευαισθησία κόλπου
Άλγος
Οίδημα
Σύμμυση μικρών χειλέων
Κολπική αιμόρροια

Διαγνωστική προσέγγιση
Στο πρωτόκολλο διάγνωσης της αιδοιο-κολπίτιδος περιλαμβάνεται η λήψη ιστορικού, η φυσική εξέταση, ο εργαστηριακός έλεγχος, η παρθενοσκόπηση και απεικονιστικές διαγνωστικές μέθοδοι. Ο εργαστηριακός έλεγχος εφαρμόζεται αναλόγως της περίπτωσης και συνίσταται στην λήψη υλικού για καλλιέργεια αεροβίων και ανα-εροβίων παθογόνων μικροβίων, ανίχνευση μυκο-πλασμάτων-χλαμυδίων και σε έλεγχο αμέσου παρα-σκευάσματος για τριχομονάδωση. Ακολουθεί γενική ούρων, καλλιέργεια ούρων, παρασιτολογική και καλλιέργεια κοπράνων καθώς και κυτταρολογική εξέταση του κόλπου κατά Παπανικολάου. Η λήψη υλικού για καλλιέργεια από τον κόλπο γίνεται με εισαγωγή μέσω της οπής του παρθενικού υμένα ενός αποστειρωμένου βαμβακοφόρου στυλεού μικρού διαμετρήματος. Ο στυλεός πρέπει να παραμείνει στον κόλπο για βραχύ χρονικό διάστημα, ώστε να εμποτιστεί από τα υγρά που υπάρχουν σε αυτόν. Η παρθενοσκόπηση εκτελείται επί υποτρο-πιάζουσας ή επίμονης αιδιοκολπίτιδος, κολπικής αιμόρροιας και υποψίας ύπαρξης ξένου σώματος, νεοπλάσματος ή συγγενούς ανωμαλίας. Η παρθε-νοσκόπηση προσφέρει πληρέστερο έλεγχο του κόλπου και του τραχήλου. Μέσω της οπής του εξεταστικού σωλήνα είναι δυνατόν να εισαχθεί λαβίδα βιοψίας ή αφαίρεσης ξένου σώματος καθώς και βαμβακοφόρος στυλεός για λήψη υλικού για καλλιέργεια και κυτταρολογική εξέταση.

Θεραπεία
Οι απλές μορφές αιδοιοκολπίτιδος αντιμετω-πίζονται μόνο με πλύσεις με χλιαρό χαμομήλι. Επι-πλέον τηρούνται οι κανόνες υγιεινής και ελέγχεται το περιβάλλον για την πιθανότητα ύπαρξης κάποιας πιθανής μόλυνσης. Στις σοβαρές κολπίτιδες καλύ-τερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν, παράλ-ληλα με τη συστηματική χορήγηση του αντιβιοτικού, γίνεται και τοπική θεραπεία με το ίδιο αντιβιοτικό. Η τοπική εφαρμογή του αντιβιοτικού γίνεται με ενδο-κολπική έγχυση, η οποία γίνεται με ειδικά ρύγχη ή με μια απλή, χωρίς βελόνα, σύριγγα. Η ενδοκολπική χορήγηση αντιβιοτικού γίνεται για βραχύ χρονικό διάστημα για αποφυγή πιθανής καταστροφής της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου (6).
Η μυκητιασική κολπίτιδα αντιμετωπίζεται με την τοπική εφαρμογή αντιμυκητιασικής αλοιφής, η οποία τοποθετείται με ειδικό ρύγχος μέσα στον κόλπο. Αν επιπλέον βρεθεί κάποιο μικρόβιο στα ού-ρα ή στα κόπρανα χορηγείται το κατάλληλο, βάσει της ευαισθησίας, αντιβιοτικό. Τα παράσιτα, που τυ-χόν ευρίσκονται στο έντερο, αντιμετωπίζονται με με-βενδαζόλη. Η σύμμυση των μικρών χειλέων αντι-μετωπίζεται με την απαγωγή των δύο χειλέων μετα-ξύ τους, με τη βοήθεια των δακτύλων ή δύο βαμβα-κοφόρων στυλεών. Μετά την επάνοδο του αιδοίου στη φυσιολογική κατάσταση, χρησιμοποιείται για 5-7 ημέρες βαζελινούχος ή αλοιφή οιστρογόνων για την αποφυγή της επανασυγκολλήσεως των χειλέων. Γίνεται σωστή ενημέρωση για τους κανόνες πρόληψης, όπως η τήρηση των κανόνων υγιεινής, αποφυγή χρησιμοποίησης χημικών ουσιών, έλεγχος του περιβάλλοντος για πηγές μόλυνσης, χρησιμο-ποίηση βαμβακερών εσωρούχων, αποτελεσματική θεραπεία άλλων λοιμώξεων (αναπνευστικού-ουροποιητικού).

Συζήτηση
Οι αιδοιοκολπίτιδες αποτελούν συχνό πρόβλημα των κοριτσιών, κυρίως της προεφηβικής ηλικίας και υπολογίζεται ότι αφορούν το 87% του συνόλου των προβλημάτων των γεννητικών οργάνων που παρου-σιάζονται στην ηλικία αυτή. Παρατηρούνται συχνό-τερα σε κορίτσια μεταξύ 2 και 7 χρόνων. Οι αιδοιο-κολπίτιδες που παρουσιάζονται πριν την έναρξη της εμμήνου ρύσεως διαφέρουν συνήθως σε ότι αφορά την αιτιολογία, την κλινική εικόνα και την αντιμε-τώπιση, ενώ αντίθετα, μετά την έναρξη της εμμη-νορρυσίας δεν παρουσιάζουν διαφορές από τις ανά-λογες λοιμώξεις των ενηλίκων γυναικών.
Τα συμπτώματα και σημεία της αιδοικολπίτιδος μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία της γυναίκας, αλλά η διαφορετική παθολογία, ψυχο-λογία, εκτίμηση και αντιμετώπισή της στην παιδική και προεφηβική ηλικία κάνουν την παιδική αιδοιο-κολπίτιδα μια κλινική οντότητα.
Παραδοσιακά η πιο συχνή πάθηση στην εφηβεία ήταν οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως. Σήμερα, που οι σεξουαλικές επαφές αρχίζουν σε μικρότερη ηλικία και η δραστηριότητα είναι αυξημένη, οι επι-πλοκές της κύησης, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και η αιδοιοκολπίτιδα αποτελούν συχνά προβλήματα. Σχεδόν κάθε κορίτσι αναμένεται να εμφανίσει κάποια στιγμή αιδοιοκολπίτιδα.
Η αιτιολογία της αιδοιοκολπίτιδος περιλαμβάνει μία μεγάλη ποικιλία παραγόντων, όπως μικροβιακές μολύνσεις, μη ειδικές δερματολογικές βλάβες, τραυματισμούς, ξένα σώματα, νεοπλάσματα, ουρο-λογικά συμβάματα, ορμονικούς λόγους, παράσιτα εντέρου, κ.λπ. Το ποσοστό προσβολής μεταξύ των εφήβων είναι αυξημένο, γιατί αυτές είτε έχουν περισσότερους από έναν σεξουαλικούς συν-τρόφους, είτε είναι πιο ευαίσθητες στην ανάπτυξη φλεγμονής, σε σχέση με τις πιο μεγάλες γυναίκες, που φαίνεται ότι αναπτύσσουν ανοσία στους μικρο-οργανισμούς.
Στον κόλπο υπάρχει μια λεπτή ισορροπία, η οποία μπορεί να διαταραχθεί εύκολα από μια ποικιλία παραγόντων και έτσι να δοθεί η δυνατότητα να αναπτυχθούν παθογόνοι μικροοργανισμοί. Στην παιδική ηλικία η λοίμωξη συνήθως είναι πρωτο-παθής στο αιδοίο με δευτεροπαθή εντόπιση στον κόλπο, ενώ η σχέση αυτή αντιστρέφεται στην ήβη και μετά την έναρξη των σεξουαλικών επαφών, οπότε η αιδοιίτιδα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά δευ-τεροπαθής. Το αιδοίο και ο κόλπος του παιδιού είναι ευαίσθητα, λόγω της απουσίας οιστρογονικής δρά-σης και της ανατομικής κατασκευής τους, αλλά και λόγω φυσιολογικών παραγόντων. Η φλεγμονή του αιδοίου, ή αιδοιίτιδα, μπορεί να οφείλεται σε δια-φόρους παράγοντες και περιλαμβάνει: τοπικές φλε-γμονές του αιδοίου, φλεγμονές που προέρχονται από τον κόλπο ή από άλλο σημείο του γεννητικού συστήματος και τοπικές εκδηλώσεις δερμα-τολογικών ή γενικευμένων παθήσεων. Οι ειδικές αιδοιοκολπίτιδες είναι λιγότερο συχνές από τις ανάλογες μη ειδικές (1,6,21).
Η περιοχή των γεννητικών οργάνων γειτονεύει με το ορθό. Συμμετοχή στην παθογένεια της αιδοιο-κολπίτιδος, έχουν ακόμη και οι κακοί κανόνες υγιεινής, όπως ο καθαρισμός των γεννητικών ορ-γάνων από πίσω προς τα εμπρός, η επαφή των γεννητικών οργάνων με την τουαλέτα, το παιχνίδι στην άμμο, το ξύσιμο με βρώμικα νύχια, ο ιδρώτας, η αυξημένη θερμοκρασία και άλλοι τοπικοί παρά-γοντες.
Στην εφηβεία η παραγωγή οιστρογόνων από τις ωοθήκες αλλάζει τα χαρακτηριστικά του αιδοίου και του κόλπου. Αναπτύσσεται το κολπικό επιθήλιο, ελαττώνεται το pH, αυξάνεται το γλυκογόνο των κυττάρων και αναπτύσσεται η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου. Επίσης αναπτύσσονται τα μεγάλα χεί-λη, η τρίχωση του εφηβαίου, το δέρμα της περιοχής γίνεται πιό ανθεκτικό και λειτουργούν οι σμηγ-ματογόνοι αδένες. Παράλληλα με αυτές τις αλλαγές η αιδοιοκολπίτιδα δίνει σταδιακά την θέση της, όσον αφορά την συχνότητα, στην κολπίτιδα, τραχηλίτιδα και σαλπιγγίτιδα. Τα ξένα σώματα αποτελούν συχνή αιτία φλεγμονής του κόλπου στα κορίτσια πριν από την ήβη. Χαρτιά, βαμβάκι, κομμάτια ξύλου και άλλα αντικείμενα μπορεί να εισχωρήσουν στον κόλπο θεληματικά ή τυχαία και να προκαλέσουν φλεγμονή (3-6).
Η αντιμετώπιση της αιδοιοκολπίτιδος στη νεογνική και παιδική ηλικία παρουσιάζει αρκετά προ-βλήματα. Η χορήγηση αντιβιοτικού πρέπει να είναι δικαιολογημένη και να γίνεται μόνο μετά από απο-μόνωση του υπευθύνου παθογόνου μικροορ-γανισμού και σύμφωνα με τη δοκιμασία της ευαι-σθησίας. Το σύνηθες ερώτημα αρκετών παιδιάτρων και γυναικολόγων είναι κατά πόσον το αντιβιοτικό συγκεντρώνεται σε ικανοποιητική στάθμη στον κόλ-πο, ο οποίος επιπλέον στερείται και αδένων. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η από του στόματος ή η παρεντε-ρική χορήγηση αντιβιώσεως δεν δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Η αιδοιοκολπίτιδα είναι μια συχνή πάθηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η σωστή και απο-τελεσματική θεραπεία αποτελεί προϋπόθεση μη υποτροπής της νόσου. Η καθησύχαση και ενημέ-ρωση των γονέων για προληπτικά μέτρα έχει μεγάλη σημασία. Υπενθυμίζεται ότι η αιδοιοκολπίτιδα δεν είναι μεταδοτική νόσος και το παιδί μπορεί να συνεχίζει κανονικά τις δραστηριότητές του (σχολείο-άθληση).

Βιβλιογραφία
1. Pierce AM, Heart CA. Vulvovaginitis: causes and management. Archives of Disease in Childhood 1992; 67:509-512.
2. Joyce CL, Strokosch GR. Urine leukocyte esterase as a screening tool for sexually transmissible diseases and vulvovaginitis in adolescent females. Adolescent Pediatr Gynecol 1993;6:15-19.
3. Κρεατσάς Γ, Χαραλαμπίδης Β, Ζαγκοτζίδου Ε, Ανθοπούλου Ε, Μιχαηλίδης Δ, Λουτράδης Δ, Πετροχείλου-Πάσχου Β, Αραβαντινός Δ. Η ιτρακοναζόλη στην αντιμετώπιση της οξείας κολπικής καντιντίασης. Επιτυχής μονοήμερη θεραπεία. Εφηβ Γυν Αναπ Εμμην 1991;3(3):218-223.
4. Almeida Santos L et al. Congenital cutaneous candidiasis: report of four cases and review of the literature. Eur J Pediatr 1991;150:336-338.
5. McKay M. Vulvitis and vulvovaginitis: Cutaneous considerations. Am J Obstet Gynecol 1991;165:1176-1182.
6. Κρεατσάς Γ. Νεογνική, Παιδική και Εφηβική Γυναικολογία. Εκδόσεις "Εντοπία" 1987;76-95.
7. Sandstrom I, Kallings I, Melen B. Neonatal chlamydial conjunctivitis. Acta Pediatr Scand 1988;7:207-208.
8. Ingram DL, White ST, Occuhiuti AR, Lyna PR. Childhood vaginal infections: association of Chlamydia trachomatis with sexual contact. Pediatr Infect Dis 1986;5:226-227.
9. Hammerschiag MR, Cummings M, Roraiswamny B et al. Nonspecific vaginitis following sexual abuse in children. Pediatrics 1985;75:1028-29.
10. Schachter J, Dattel B. Sexyally transmitted diseases in victims of sexual assault. N Eng J Med 1987;316(16):1023-1025.
11. Ingram DL, White ST, Durfee MF, Pearson AW. Sexual contact in children with gonorrhoeae. Am J Dis Child 1982;136:994-996.
12. Wallace RJ Jr, Baker CJ, Quinones FJ, et al. Nontypable Haemophilus influenzae (Biotype IV) as a neonatal, maternal and genital pathogen. Rev Infect Dis 1983;5:123-125.
13. Dietrich MC, Watson DC, Kumar ML. Corynebacterium group JK infections in children. Pediatr Intect Dis J 1989;8:223-225.
14. Schachter J et al. Prospective study of perinatal transmission of chlamydia trachomatis. JAMA 1986;255:3374-3377.
15. Mcfarlane DE, Sharma DP. Haemophilus influenzae and genital tract infections in children. Act Pediatr Scand 1987;76:363-364.
16. Quentin R, Musser J, Mellouet M et al. Typing of urogenital, maternal and neonatal of H influenzae and H. parainfluenzae in correlation with clinical source of isolation and evidence for genital specificity of H. influenzae biotype IV. J Clin Microbiol 1989;27:2286-2288.
17. Fuster CD, Neinstein LS. Vaginal Chlamidia trachomatis prevalence in sexually abused prepubertal girls. Pediatrics 1987;79-2, 235-236.
18. Bupm RC. Chlamydia trachomatis as a cause of prepubertal vagintitis. Obstet Gynecol 1985;65:384-385.
19. Hall GD, Washington JA II. Haemophilus influenzae in genitοurinary tract infections. Diagn Microbiol Infect Dis 1983;1:65-67.
20. Albritton WL, Brunton JL, Meier M et al. Haemophilus influenzae: comparison of respiratory tract isolates with genitourinary tract isolates. J Clin Microbiol 1982;16:826-829.
21. Gray LA, Κotcher E. Vaginitis in childhood. Am J Obstet Gynecol 1961;82:530-532.

 

<< Επιστροφή